Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο ''Η μάγισσα που δεν ήξερε πως μοιάζει η αγάπη" (εκδ. Writing Nook)


Τίτλος: Η μάγισσα που δεν ήξερε πως μοιάζει η αγάπη
Συγγραφέας: Ιωάννα Τσιάκαλου
Εκδόσεις: Writing Nook

Η μάγισσα που δεν ήξερε πώς μοιάζει η αγάπη - Απόσπασμα


  Τα λέω με μια παλιά φίλη. Είχα να την δω πολλά χρόνια. Την συνάντησα απρόσμενα, κάπου στην μέση μιας κατά τα άλλα βαρετής, θα έλεγα, διαδρομής. Η έκπληξή μου ήταν τεράστια, μα δεν υπερκερούσε την χαρά μου. Είχα να την αντικρίσω τόσο καιρό, που στην αρχή δεν την αναγνώρισα. Χάρηκε και εκείνη που με είδε -το πρόσωπό της έλαμψε. Θεώρησε πως δεν μπορούσαμε να τα πούμε στο πόδι.

  «Τόσα χρόνια αποχωρισμού δεν αναπληρώνονται στο πόδι». Είχε πει συγκεκριμένα. Με ένα νεύμα του κεφαλιού με προσκάλεσε σπίτι της.

  Έτσι βρισκόμαστε τώρα αντίκρυ και το κενό ανάμεσά μας καλύπτει ένα στρογγυλό ξύλινο τραπέζι που γέρνει ελαφρώς από την μία πλευρά. Η κοπέλα πιάνει ένα παλιό τετράδιο με τσακισμένες άκρες και το τοποθετεί στο λειψό πόδι. Ύστερα, όταν τα πράγματα έχουν κάπως ισορροπήσει -υπάρχουν δυο γλάστρες με παχύφυτα στις άκρες, μια τσαγιέρα με χρωματιστά λουλούδια και ένας παράξενος καθρέφτης, για τον οποίο σημειώνω νοητά να την ρωτήσω αργότερα- σερβίρει κόκκινο, μυρωδάτο τσάι σε δύο μικρά μαύρα φλιτζάνια.

  «Χρόνια και ζαμάνια». Μου λέει, καθώς ισιώνει την πλάτη και μαζεύει τα πόδια οκλαδόν. Έτσι ακριβώς την θυμάμαι να κάθεται, σχεδόν σε κάθε περίσταση.

  «Χρόνια και ζαμάνια». Επαναλαμβάνω, καθώς φέρνω το φλιτζάνι κάτω από τη μύτη μου. Αναδίδεται έντονα μια μυρωδιά κερασιού και τριαντάφυλλου.

  Παρατηρώ την κοπέλα απέναντί μου. Τα μαλλιά της χρυσίζουν στο λιγοστό φως του χειμωνιάτικου πρωινού που μπαίνει κλεφτά από τις λεπτές κουρτίνες του καθιστικού. Είναι λιγάκι πιο ανοιχτά από την τελευταία φορά που την είδα. Τότε τα είχε σκούρα βυσσινιά, τόσο που έμοιαζαν κατράμι και μόνο το φως του ήλιου πρόδιδε την κοκκινάδα τους. Τα μάτια της, ίδια, όπως τότε. Πράσινα, απλά, σχεδόν γκρίζα, αν δεν είσαι αρκετά παρατηρητικός. Μόνο που τώρα είναι πιο φωτεινά, πιο ζεστά. Σαν δάσος από έλατα τις μεσημεριανές ώρες. Και τότε ήταν όμορφα. Αλλά πιο σκοτεινά, πιο απρόσιτα. Σχεδόν θλιμμένα, σαν κυπαρίσσια που στέκονται πάνω από μυστικά ανθρώπων που δεν βρίσκονται πια ανάμεσά μας. Αναριγώ σε αυτή τη σκέψη. Κουνάω το κεφάλι και καταπίνω μια γερή γουλιά από το τσάι. Σα να με ζεσταίνει λίγο.

 «Είναι αυτός που θυμάμαι;» Την ρωτάω, γνέφοντας προς την μεριά του καθρέφτη.

 «Ναι, ακριβώς αυτός, ο ίδιος». Μου απαντάει, πίνοντας και εκείνη μια γενναία γουλιά.

 «Έχεις αλλάξει». Της λέω ξαφνικά. Νομίζω πως η ανάγκη μου να αλλάξω την κουβέντα που εγώ η ίδια ξεκίνησα, με ώθησε στην λάθος επιλογή λέξεων. Σχεδόν κανείς δεν παίρνει θετικά μια τέτοια δήλωση.

  Η κοπέλα συνεχίζει να πίνει ατάραχη το τσάι της. Χαμογελάει, πράγμα που μου δείχνει πως το πήρε καλύτερα από όσο περίμενα.

  «Όλοι μας αλλάζουμε. Έχεις δει κανέναν να μένει ίδιος;»

  «Για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω παρατηρήσει ποτέ μου κάτι τέτοιο». Την παρατηρώ να γελά υπόκωφα, να κουνά το κεφάλι χαριτωμένα και να επικεντρώνεται και πάλι στο τσάι της. «Πες μου, λοιπόν, άλλαξε κάτι στη ζωή σου όλα αυτά τα χρόνια;»

  Ανασηκώνει τους ώμους δήθεν αδιάφορα. Περνάει τα πυρόξανθα μαλλιά της πίσω από το αυτί. Στριφογυρίζει το δαχτυλίδι της. Το βλέμμα μου απορροφάται από αυτή τη γνώριμη κίνηση αμηχανίας. Το κόσμημα γυαλίζει σε κάθε στροφή. Η μαύρη πέτρα στο κέντρο του μοιάζει να μου κλείνει το μάτι.

 «Τίποτα… Μα και τόσα πολλά…» Απαντάει τελικά.

  Αφήνω το τσάι στο τραπέζι. Την κοιτάω τρυφερά -δεν μπορώ να το ελέγξω. Θυμάμαι πολύ καλά πώς την είχα αφήσει. Πώς εκείνη επέμενε να την αφήσω. Ήταν τόσο μόνη, χαμένη, μέσα σε έναν λαβύρινθο. Δεν ήξερε προς τα πού να πάει, δεν ήξερε πώς να βγει από εκεί. Και δεν ήξερα ούτε εγώ πώς να την βοηθήσω. Τελικά με έσπρωξε με όλο της το πείσμα και δεν είχα επιλογή από το να την αφήσω πίσω. Θυμάμαι πώς μου ψιθύριζε: «Τρέχα να σωθείς, τουλάχιστον εσύ». Θυμάμαι το φοβισμένο, απελπισμένο βλέμμα της όσο με έσπρωχνε.

  Τώρα δεν υπήρχε τίποτα από εκείνο το βλέμμα μέσα σε αυτά τα πράσινα μάτια και ο ψίθυρος μοιάζει με μια πολύ μακρινή, δυσάρεστη ανάμνηση. Αναρωτιέμαι μήπως όλα συνέβησαν μονάχα στη φαντασία μου. Ύστερα το βλέμμα μου πέφτει πάλι στον καθρέφτη. Ζωντανή απόδειξη πως δεν είμαι τρελή. Δεν τα φαντάστηκα. Απλώνω το χέρι μου και αγγίζω την επιφάνειά του. Το χτύπημα των νυχιών μου στο τζάμι επιβεβαιώνει αυτό που μου λέει η όρασή μου: Βρίσκομαι και πάλι εδώ, μαζί της, και όλα είναι τόσο ίδια μα και τόσο διαφορετικά.

  «Έχω την αίσθηση πως θες να ανοίξουμε το ντουλάπι του χρόνου». Μου λέει, κοιτώντας με που χτυπάω ρυθμικά το τζάμι.

 «Εσύ το θες;» Αντιγυρίζω την ερώτηση.

 «Γιατί όχι; Έχουμε όλο τον χρόνο μπροστά μας». Μου απαντά και ξαναγεμίζει το φλιτζάνι μου.


Συνεχίζεται...

Περίληψη οπισθοφύλλου:


Δύο παλιές φίλες συναντιούνται μετά από χρόνια και αποφασίζουν να καλύψουν το κενό. Καταλήγουν να συζητούν για τα περασμένα, τον έρωτα, τις δυσκολίες των σχέσεων και το πόσο εξαντλητικό είναι το κυνήγι της αγάπης.

Μέσα από βαθιές, ειλικρινείς συζητήσεις για κακούς μάγους, φαντάσματα, οχιές που πότε δαγκώνουν και πότε θεραπεύουν και ιππότες που δεν ξέρουν πώς να είναι ιππότες, κάνουν μια βουτιά στο παρελθόν, ανακαλύπτουν μαζί βαθύτερες αλήθειες για τη ζωή και τον εαυτό τους και έρχονται πιο κοντά. Στο τέλος θα χρειαστεί να αναρωτηθούν κατά πόσο είναι τελικά συνετό να ψάχνεις απεγνωσμένα την αγάπη έξω από εσένα, ή αν είναι περισσότερο φρόνιμο να την βρεις πρώτα μέσα σου.

Μια αλληγορία βασισμένη σε αληθινά γεγονότα.


*Τα πνευματικά δικαιώματα τόσο της εικόνας του εξωφύλλου όσο και του άνωθεν αποσπάσματος ΔΕΝ ανήκουν στο blog, αλλά αποκλειστικά στη συγγραφέα και στον εκδοτικό οίκο.


**Το απόσπασμα δημοσιεύεται κατόπιν συνεννόησης και συναίνεσης της συγγραφέως και του εκδοτικού οίκου.

Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο ''Η μάγισσα που δεν ήξερε πως μοιάζει η αγάπη" (εκδ. Writing Nook) Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο ''Η μάγισσα που δεν ήξερε πως μοιάζει η αγάπη" (εκδ. Writing Nook) Reviewed by Dominica on Σεπτεμβρίου 09, 2026 Rating: 5

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Εικόνες θέματος από sndr. Από το Blogger.