''Μυστήρια στην Καλών Τεχνών'' της συγγραφέως Ισαβέλλας Πρίτσα
28 σελίδες
Ήταν μεσημέρι Πέμπτης κι εγώ βαριόμουν. Ήμουν χωμένη στο βάθος του εργαστηρίου ζωγραφικής και τελείωνα τον χάρτη μιας φανταστικής πόλης. Του είχα δώσει τη μορφή ενός φύλλου, εκείνου του χάρτη, κι όμως, μετά από τόσες ώρες σχεδίου, δεν μου φαινόταν πως είχε κάτι το ιδιαίτερο. Απλώς γραμμές πάνω σε λευκό χαρτί.
Ο καθηγητής μόλις είχε φύγει κι αυτό σήμαινε ένα μόνο πράγμα. Πως κι οι φοιτητές εξαφανίστηκαν ο ένας μετά τον άλλο. Ήταν συνήθως λίγο έρημα τα εργαστήρια αφότου έφευγαν οι καθηγητές, ποτέ όμως πιο ήσυχα. Πάντα κάποιος τελειόφοιτος έβαζε δυνατά μουσική, που συνήθως ήταν πολύ αλλόκοτη για να την αντέξει κανείς, ένα μείγμα deep house και παλιών trash επιτυχιών ξεχασμένων μπουζουκόβιων, που είχαν αποσυρθεί πριν γεννηθώ. Όχι πως τα άκουγα βέβαια αυτά. Με το που έφευγε ο πολύς ο κόσμος και ήξερα τι θα επακολουθήσει, έβαζα στα ακουστικά μου κάποιο audiobook και ζωγράφιζα όσο είχα ακόμα διάθεση.
Σήμερα, ωστόσο, δεν είχα καθόλου κέφι. Είχα μάθημα κάποια στιγμή το απόγευμα, οπότε έπρεπε να μείνω στον χώρο της σχολής, αλλά σίγουρα όχι στο εργαστήριο. Ένιωθα ήδη τις δονήσεις των ξεχασμένων μπουζουκιών. Οπότε μάζεψα την τσαντούλα μου και κατευθύνθηκα προς τη βιβλιοθήκη.
Η βιβλιοθήκη είναι σημαντικό μέρος στο πανεπιστήμιο. Όχι για τις αναζητήσεις ποιοτικών συγγραμμάτων, όχι. Έχει Wi-Fi και καλοριφέρ, οπότε είναι το πιο φιλόξενο περιβάλλον τον Δεκέμβριο. Μπαίνω μέσα κι ένα κύμα ζεστού αέρα μ’ αγκαλιάζει. Κοιτάζω, ψάχνω να βρω έναν ελεύθερο καναπέ, όμως ήδη είναι όλοι πιασμένοι. Κι έτσι ανεβαίνω στον πάνω όροφο. Συνήθως οι θαυμαστές της ζέστης δεν ανεβαίνουν μέχρι εκεί.
Σ’ αυτόν τον όροφο έχει μόνο γραφειάκια με καρέκλες, για ανάγνωση, οπότε αναγκαστικά πρέπει να πάρω ένα βιβλίο και να κάνω πως το διαβάζω. Έτσι πάω τυχαία σ’ έναν διάδρομο και κάνω πως κοιτάζω περισπούδαστα τους τίτλους. Καθώς προσπαθώ να αναζητήσω το πιο ευτραφές από τα ευτραφή βιβλία, το μάτι μου πέφτει σ’ ένα περιοδικό, που έχει σφηνώσει ανάμεσα στους τόμους της Ιστορίας της Τέχνης. Το τραβάω από το ράφι και το ξανακοιτάζω. Προσπαθώ να δω αν διάβασα λάθος τον τίτλο.
Όχι, όχι, σωστά τον είδα. Ο τίτλος λέει: «Μυστήρια στην Καλών Τεχνών: Η σύντομη ζωή της...» κι ύστερα λέει το όνομά μου. Το δικό μου όνομα, που δεν είναι και το πιο συνηθισμένο. Κάθομαι σ’ ένα γραφείο κι αρχίζω να διαβάζω με μανία. Ξεκινά περιγράφοντας τη γέννησή μου και τα παιδικά μου χρόνια, πώς απέκτησα το σημάδι στο μέτωπό μου και πώς άρχισα μαθήματα ζωγραφικής. Δεν έχει αναλυτικές περιγραφές, είναι οριακά σαν να καταγράφει απλώς γεγονότα. Τότε έγινε αυτό, μετά το άλλο. Κι εγώ δεν μπορώ να σταματήσω να διαβάζω για τη ζωή μου, γιατί το περίεργο δεν είναι πια αστείο.
Καθώς προσπερνάω την παιδική και εφηβική μου ηλικία, έχω αρχίσει να φοβάμαι. Γιατί μόνο 28 σελίδες; Με τον ρυθμό που καταγράφονται τα γεγονότα θα έπρεπε να είναι πολύ μεγαλύτερο. Δεν νομίζω να περιγράφει πως φτάνω μέχρι τα βαθιά μου γεράματα, ούτε καν μέχρι τα τριάντα βασικά. Κι αυτό με τρομάζει όλο και περισσότερο όσο πλησιάζω προς το τέλος του.
Κοιτάζω αριστερά δεξιά. Πώς γίνεται ο κόσμος να είναι τόσο ήρεμος; Πώς γίνεται κανείς να μην έχει συνειδητοποιήσει τι βιβλίο είναι αυτό; Πώς γίνεται κανείς να μην το βρήκε νωρίτερα; Πώς; Πώς; Πώς;
Με τρεμάμενο χέρι γυρίζω στην τελευταία σελίδα. Σελίδα 28. Περιγράφει τη σημερινή μέρα και συνειδητοποιώ με φρίκη, χωρίς να χρειαστεί να διαβάσω παρακάτω, πως με την ταχύτητα περιγραφής, απόψε θα πεθάνω. Χιλιάδες συναισθήματα με κατακλύζουν. Πόνος, φόβος, φρίκη, υστερία, απάθεια. Δεν γίνεται να πεθάνω σήμερα. Είμαι πολύ νέα, έχω όλη τη ζωή μπροστά μου, έτσι δεν μου έλεγαν όλοι πάντα; Πως έχω τη ζωή μπροστά μου; Πού είναι η ζωή τώρα;
Κλείνω το περιοδικό. Δεν αντέχω να κοιτάξω την τελευταία παράγραφο. Φοβάμαι να την κοιτάξω. Δεν μπορώ όμως και να το αφήσω απ’ τα χέρια μου. Πηγαίνω στη βιβλιοθηκάριο και της το δείχνω.
«Τι βιβλίο είναι αυτό;» ρωτάω. «Δεν γράφει συγγραφέα.» Εκείνη το κοιτάζει. Κοιτάζει και την κάρτα μου κι ενώ αρχικά δείχνει έκπληκτη, αμέσως μετά αρχίζει να με κατσαδιάζει για το πώς τόλμησα να της κάνω πλάκα κι ότι έχει δουλειά για να ασχοληθεί με τα καπρίτσια του κάθε φοιτητή.
Αποκαρδιωμένη βγαίνω έξω στο κρύο. Νιώθω τα πόδια μου φτιαγμένα από μολύβι και την καρδιά μου μουδιασμένη. Δεν ξέρω καν αν έχω κουράγιο να κλάψω. Κοιτάζω και ξανακοιτάζω τον αριθμό των σελίδων, με την ελπίδα πως θα αυξηθούν μαγικά.
Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Οι σελίδες μένουν 28 και η λέξη «τέλος» με κοιτάζει με θράσος, στο τέλος της τελευταίας. Δεν ξέρω αν έχω ώρες ή λεπτά κι έτσι πηγαίνω πάλι προς το εργαστήριο. Σκέφτομαι κάπως δραματικά πως ίσως αυτός ο χάρτης της φανταστικής πόλης να γίνει το τελευταίο μου έργο, με το οποίο θα με θυμούνται. Κι έτσι πάω και τον δουλεύω μέχρι να γίνει τέλειος. Κι ακούω και τα περίεργα τραγούδια των τελειόφοιτων. Προσπαθώ να αποδεχτώ πως οι 28 σελίδες είναι η ζωή μου, δεν έχει περισσότερο.
Κάποια στιγμή βραδιάζει κι αποφασίζω να φύγω. Δεν πρέπει να έμεινε πολύ. Πηγαίνω προς τον ηλεκτρικό κι αποφασίζω να διαβάσω την τελευταία παράγραφο, λίγο πριν μπω στον σταθμό.
«Η νύχτα πέφτει...» γράφει «και τα τέρατα εμφανίζονται. Η κοπέλα κοιτάζει τον κόσμο του τρένου, όμως, χωρίς να το καταλάβει, ανάμεσά τους βρίσκεται ένας δολοφόνος. Δεν θα τον βρει απόψε, όμως θα συνεχίσει να ψάχνει μέχρι να τον βρει...» Και μετά τέλος.
Μα δεν μπορεί αυτό να είναι το τέλος. Δεν λέει τίποτα. Γυρίζω την τελευταία σελίδα και βλέπω τυπωμένο στο κάτω μέρος του εξωφύλλου με μικρά γράμματα: «Περιοδικό σε συνέχειες. Το επόμενο τεύχος την επόμενη βδομάδα στην τοπική βιβλιοθήκη σας.»
Βάζω το περιοδικό στην τσάντα μου και μπαίνω στο τρένο. Κοιτάζω καλά καλά κάθε άνθρωπο. Μέχρι πριν από λίγο δεν είχα ιδέα, όμως τώρα το βλέπω, ανάμεσά τους βρίσκεται ένας δολοφόνος. Δεν ξέρω ακόμα ποιος, αλλά μέσα μου έχω μια ακατανίκητη επιθυμία να τον κυνηγήσω, να τον βρω. Κι ίσως την επόμενη βδομάδα να έχω μια ιδέα απ’ το πού να ξεκινήσω την αναζήτηση.
Κάθομαι στη θέση μου και παρατηρώ, περιμένοντας τη συνέχεια...
Ασήμι και καρβουνόσκονη
Το στομάχι μου ανακατευόταν. Έντονα. Αισθανόμουν τα σωθικά μου να γυρίζουν, λες και βρισκόμουν σε καράβι σε φουρτούνα. Όμως ήμουν εδώ, σ’ ένα τρένο, δίπλα σε κάποιον δολοφόνο. Κοίταξα τριγύρω. Μια μητέρα μ’ ένα μωρό, μια φοιτήτρια που άκουγε μουσική, ένας καλοσυνάτος γεράκος που γυρνούσε απ’ το σούπερ μάρκετ. Πώς γινόταν ένας απ’ αυτούς να είναι δολοφόνος; Πώς;
Το περιοδικό έπρεπε να κάνει λάθος. Απλώς έπρεπε. Άλλωστε πώς γινόταν να εμπιστευτώ ένα περιοδικό που περιέγραφε τη ζωή μου; Που προέβλεπε το μέλλον μου. Δεν γινόταν να το εμπιστευτώ. Κι όμως γινόταν, γιατί σε 28 σελίδες τα είχε προβλέψει όλα. Είχε προβλέψει πως θα θέλω να βρω και τον δολοφόνο και τώρα ήταν αργά. Έπρεπε να τον βρω. Φυσικά δεν θα έλεγα όχι σε λίγη βοήθεια.
Είναι δύσκολο να είσαι φοιτητής στη Σχολή Καλών Τεχνών. Διαρκώς ξοδεύεις τα λεφτά σου σε χρώματα και πινέλα, νέφτι και μουσαμά, κι όταν γυρίζεις σπίτι, ποτέ δεν έχεις όρεξη ή χρόνο για να βγεις με φίλους. Τρέχεις να κάνεις σκίτσα και να προλάβεις τις προθεσμίες από εργασίες, να προλάβεις να δείξεις δουλειά για τη θεματική της φωτογραφίας και παράλληλα να πας στις τρεις δουλίτσες που έχεις βρει, για να καλύψεις τα έξοδά σου. Δεκαπέντε ευρώ το εξάωρο να μοιράζεις φυλλάδια, δεκαπέντε ευρώ και μια λαδομπογιά με απόχρωση κόκκινο καδμίου. Άδικος κόσμος, ε;
Ευτυχώς όμως, σ’ αυτούς τους δύσκολους καιρούς μπορείς πάντα να ελπίζεις στη βοήθεια φίλων. Των λίγων που απομένουν και που σε αντέχουν, που εξαφανίζεσαι διαρκώς πίσω από ασκήσεις και παρουσιάσεις και φωτογραφίσεις χωρίς νόημα. Κι εγώ είχα μια τέτοια φίλη, που με βοηθούσε στα δύσκολα. Την Ιωάννα.
Η Ιωάννα ήταν μια μικροκαμωμένη κοπέλα που μου θύμιζε έντονα πορσελάνινη κούκλα, με μακριά σγουρά καστανά μαλλιά και λευκό δέρμα, φακίδες κι εκφραστικό βλέμμα. Όταν έδινε εξετάσεις, είχε περάσει με την πρώτη, πρώτη, σε όλες τις σχολές Καλών Τεχνών. Κι αυτό, πιστέψτε με, δείχνει τεράστιο ταλέντο. Έκτοτε, στη σχολή δεν την έβλεπα τόσο συχνά. Ήμασταν σε διπλανά πρωινά εργαστήρια, όμως τόσο διαφορετικά. Όσο εγώ βουτούσα σχεδόν ολόκληρη στα χρώματα, με αποτέλεσμα να μοιάζω αρκετά με άστεγο μπογιατζή, τόσο αυτή, αψεγάδιαστη, μ’ ένα MacBook στο χέρι, ερχόταν για να παρουσιάσει βίντεο και φωτογραφίες.
Ω ναι, η Ιωάννα ήταν εκπληκτική φωτογράφος. Με βοηθούσε συχνά στο μάθημα της φωτογραφίας. Έτρεχε με κόκκινα βελούδινα φουστάνια να μου ποζάρει πρωινιάτικα στον Εθνικό Κήπο, ή ντυμένη με τα καλά της, σε καλλιτεχνικά σπίτια στα Πατήσια. Πάντοτε ήταν εδώ για μένα και της χρωστούσα χάρη, αλλά και σήμερα τη χρειαζόμουν, κι αλήθεια, αν δεν με πίστευε αυτή, δεν νομίζω να με πίστευε κανείς άλλος.
Έβγαλα το κινητό μου απ’ την τσάντα και της τηλεφώνησα. Συνήθως δεν ήμουν άτομο που τηλεφωνούσε στους άλλους. Έστελνα ένα μήνυμα κι αν το έβλεπαν, καλώς, αλλιώς πολλές ντροπές για άμεση επαφή. Η επαφή έγραφε «αναρχικό μπισκότο» και φυσικά ήξερα πως πίσω της κρυβόταν το νούμερο της Ιωάννας.
Το σήκωσε σχεδόν αμέσως.
«Γεια σου, φίλη μου», είπε μια γλυκιά φωνή στην άλλη γραμμή.
«Γεια σου, φίλη μου... Χρειάζομαι τη βοήθειά σου», είπα εγώ και την αισθάνθηκα σχεδόν να τεντώνεται, έτοιμη να βοηθήσει.
Δεν της είπα πολλά, μόνο να έρθει το άλλο πρωί στη σχολή, μαζί με τη φωτογραφική μηχανή της. Πρωί πρωί, πριν από τις οχτώ. Άλλωστε μόνο στον αλλοπρόσαλλο χώρο της σχολής θα γινόταν να της εξηγήσω τι είχε συμβεί. Να της δείξω το περιοδικό που, μαγικά, έγραφε για τη ζωή μου.
Όλο το βράδυ το πρόσεχα, φοβισμένη πως όταν ξυπνήσω θα το βρω στάχτη στο κομοδίνο μου. Ξυπνούσα μες στη μέση της νύχτας και αφουγκραζόμουν. Μόνο τα ροχαλητά του αδερφού μου ακούγονταν. Κατά τ’ άλλα, το περιοδικό ήταν όπως το είχα αφήσει, πάνω στο κομοδίνο. Μετά από μισή ώρα, πάλι τα ίδια. Το πρωί είχα τόσο μεγάλους μαύρους κύκλους, που θύμιζα πάντα. Αν και όχι σε τόσο χαριτωμένη εκδοχή. Έβαλα στα γρήγορα ό,τι βρήκα — αλλοπρόσαλλα χρωματιστά ρούχα που δεν συνδυάζονταν ιδιαίτερα μεταξύ τους —, πήρα την τσάντα μου με τις περίεργες μπογιές μου, βούρτσισα τα δόντια μου κι έτρεξα προς τη σχολή.
Η Ιωάννα με περίμενε ήδη στην είσοδο. Είχε μαζί της τρίποδο και κάμερα και μια σακούλα καραμέλες. Τυπική Ιωάννα, πάντα μου έφτιαχνε το κέφι.
«Φίλη μου», είπα και την άρπαξα απ’ το χέρι. Πήγαμε στον κήπο της σχολής, που τόσο πρωί μόνο γάτες τον προτιμούσαν, κι άρχισα να της λέω τι έγινε την προηγούμενη μέρα. Ήμουν σίγουρη πως θα με θεωρούσε τρελή. Σίγουρη πως δεν θα θεωρούσε το περιοδικό αληθινό. Σίγουρη πως θα με έπιανε απ’ το χέρι και θα με πήγαινε στο τρελοκομείο. Εν τέλει, προφανώς, αντέδρασε πιο καλοτεχνίτικα.
«Ααααα, τι καλά! Πάντα ήθελα να μπλέξω σε μια υπερφυσική περιπέτεια!» είπε χαχανίζοντας.
«Φίλη μου, θα γίνουμε σαν τους Ghostbusters, θα λύσουμε μυστήρια!» είπε και, βγάζοντας την κάμερα, άρχισε να φωτογραφίζει το περιοδικό.
Χαμογέλασα αμήχανα και άρχισα να μασάω ένα ζελεδάκι σε σχήμα μπέργκερ, όσο η Ιωάννα φωτογράφιζε σελίδα σελίδα του περιοδικού. Είχε φέρει μια αναλογική κάμερα και μου είπε πως μετά θα πήγαινε στον σκοτεινό θάλαμο της σχολής να εμφανίσει το φιλμ. Τυχαία την έφερε, είπε, αλλά ήταν καλό, γιατί είχε διαβάσει πως τα παραφυσικά μπορεί να διαφαίνονται στο φιλμ. Το ασήμι που περιέχει, είπε, κι εγώ προφανώς δεν κατάλαβα τίποτα.
Δώσαμε ραντεβού στον κήπο το μεσημέρι κι είπαμε πως κάθε μέρα θα κοιτάμε τη βιβλιοθήκη για νέο τεύχος του περιοδικού. Έπρεπε να συντονιστούμε και να λύσουμε το μυστήριο. Μόνο που δεν χοροπηδούσε απ’ τη χαρά της όταν το είπε κι ευτυχώς που ήταν πάντα τόσο κεφάτη, γιατί εγώ ήδη έβλεπα μια κακή κατάληξη στην όλη ιστορία. Όπου πιθανότατα θα βρισκόμασταν νεκρές στο τέλος.
Το μεσημέρι έκανα διάλειμμα απ’ το εργαστήριο και πήγα να τη βρω στον κήπο. Είχε σ’ έναν φάκελο δέκα φωτογραφίες, που, αν ήξερα καλά, με βάση την τιμή του φωτογραφικού χαρτιού, θα κόστιζαν γύρω στα είκοσι ευρώ. Χρήματα που οι φοιτητές Καλών Τεχνών δεν έχουν ποτέ εύκαιρα. Έκανα μια νοητική υπενθύμιση, όταν τελείωναν όλα αυτά, να της κάνω δώρο μια σακούλα φιλμ.
«Κοίτα αυτό», μου είπε και τα μάτια μου άνοιξαν διάπλατα. Η φωτογραφία εκ πρώτης όψεως φαινόταν σαν μια αρτιστίκ ασπρόμαυρη ενός περιοδικού, αλλά δεν ήταν έτσι. Ανάμεσα στο τυπωμένο κείμενο υπήρχαν ίχνη από χειρόγραφες σημειώσεις, που, όσο κι αν κοιτούσα το περιοδικό, δεν έβλεπα ποτέ με γυμνό μάτι.
Η πρώτη έγραφε: «Υπόγεια της βιβλιοθήκης» και οι άλλες λίγο πολύ είχαν οδηγίες για το πώς να φτάσουμε εκεί.
«Τι σημαίνει αυτό;» είπα εγώ.
«Μα δεν καταλαβαίνεις; Στο υπόγειο της βιβλιοθήκης τυπώνεται το περιοδικό. Αν πάμε εκεί, θα βρούμε το επόμενο τεύχος νωρίτερα», είπε η Ιωάννα και πεταχτήκαμε ταυτόχρονα.
«Πάμε στη βιβλιοθήκη», είπαμε μαζί.
Θα ήθελα να πω πως βρήκαμε αμέσως την είσοδο προς τα υπόγεια, όμως δυστυχώς δεν ήμασταν τόσο τυχερές. Ψάχναμε όλη μέρα. Μετά πάλι, γυρνώντας στη σχολή τη Δευτέρα, μετά την Τρίτη και όλη την υπόλοιπη εβδομάδα. Τίποτα. Μέχρι την Τετάρτη το απόγευμα.
Είχα κριτική στο μάθημα της φωτογραφίας και ήμουν στο υπόγειο της σχολής. Ο καθηγητής έλεγε χίλιους τρόπους για το πώς οι φωτογραφίες μου ήταν απαράδεκτες κι εγώ έτοιμη να κλάψω, μαυροντυμένη και μες στην καρβουνόσκονη όπως ήμουν, όταν είδα την Ιωάννα να μου γνέφει έξω απ’ την αίθουσα. Ο καθηγητής είχε την κακή συνήθεια να μας κάνει μάθημα με ανοιχτή πόρτα, ακόμα και τον χειμώνα, για να ανανεώνεται ο αέρας, κάτι που τελικά φάνηκε πιο χρήσιμο απ’ ό,τι περίμενα.
Βγήκα έξω τρέχοντας, προσπαθώντας να αποφύγω το παγερό βλέμμα του, και ψέλλισα κάτι πως είχα ένα οικογενειακό πρόβλημα κι έτρεξα προς την Ιωάννα.
«Βρήκα την είσοδο», είπε και το χαμόγελο επέστρεψε στα χείλη μου.
«Πάμε τώρα», είπα κι έτρεξα πίσω της. Πήγαμε πίσω απ’ τη βιβλιοθήκη. Εκεί που είχε κάτι θάμνους και περίεργα φυτά. Παραμέρισε κάτι κλαριά και μου έδειξε μια καταπακτή.
«Να, κοίτα», είπε και την άνοιξε. Μέσα υπήρχε μια επιγραφή που έγραφε με μαύρα καλλιτεχνικά γράμματα: «Προς τυπογραφείο» και, πριν προλάβουμε να το σκεφτούμε καλύτερα, κατεβήκαμε η μία πίσω απ’ την άλλη.
Κατεβήκαμε μια στενή φιδογυριστή σκάλα και βρεθήκαμε σ’ ένα υγρό υπόγειο. Ένας υπόκωφος ήχος τράνταζε τους τοίχους. Ένα ρυθμικό ντουπ, ντουπ, ντουπ.
«Πρέσα τύπωσης», ψιθύρισα και έπιασα το χέρι της Ιωάννας. Είχα δει αρκετά θρίλερ στη ζωή μου για να ξέρω πως, αν χωριστούμε, κατά πάσα πιθανότητα θα βρίσκαμε έναν φριχτό θάνατο. Δεν ξέρω, από κάποιον μπαλτά το πιθανότερο.
Σχετικά γρήγορα βρεθήκαμε σε μια μικρή αίθουσα. Ένα μηχάνημα έβγαζε περιοδικά και τα πετούσε σ’ ένα μικρό ψάθινο καλαθάκι. Τριγύρω κανείς.
«Καλύτερα να φύγουμε πριν μας δει κανείς και πεθάνουμε πριν από την ώρα μας», της είπα όσο πιο σιγά μπορούσα.
«Όχι, φίλη μου, η ζωή είναι για τους τολμηρούς», είπε η Ιωάννα και έτρεξε και πήρε ένα περιοδικό. Το έβαλε στην τσέπη του φουστανιού της κι έτρεξε προς τις σκάλες. Την ακολούθησα φοβισμένα, κοιτάζοντας ερευνητικά τριγύρω. Στο βάθος υπήρχε ένα γραφείο με ανοιχτό φως. «Αρχισυντάκτης» έγραφε με χρυσά γράμματα, αλλά δεν ήθελα να μάθω ποιος κρυβόταν πίσω του.
Ακολούθησα την Ιωάννα πίσω στη σκάλα κι ηρέμησα μόνο όταν είχαμε ξαναβγεί στο απογευματινό ημίφως.
«Πάμε να το κοιτάξουμε κάπου με κόσμο», είπα γρήγορα και την τράβηξα προς τη λέσχη.
Καθίσαμε σ’ ένα τραπεζάκι, μ’ έναν δίσκο από κάτι που σε μια προηγούμενη ζωή πρέπει να ήταν μπιφτέκι. Τόση ώρα η Ιωάννα δεν είχε αφήσει το περιοδικό απ’ τα μάτια της κι όσο διάβαζε, τόσο το χρώμα στάλαζε απ’ τα μάγουλά της.
«Τι; Τι είναι;» είπα αγχωμένη. Σίγουρα είδε πως θα πέθαινα, ή κάτι τέτοιο.
«Εδώ», είπε φοβισμένα. «Εδώ γράφει το όνομά μου.»
Το άρπαξα απ’ το χέρι της και κοίταξα την πρώτη σελίδα. Υπήρχε ένα σκίτσο μιας μικροκαμωμένης κοπέλας στα κόκκινα κι ο τίτλος κάτω του έγραφε: «Όταν η Ιωάννα έπεσε στην παγίδα του δολοφόνου».
Κοιταχτήκαμε με τρόμο κι αρχίσαμε να διαβάζουμε γρήγορα τη συνέχεια...
Το υπόγειο
«Ένα μικρό σπίτι δίπλα στις γραμμές. Γεμάτο ψυγεία, που το καθένα τους είχε γεμίσει με ανθρώπινα μέλη. Κι ο δολοφόνος συνέχιζε να τα γεμίζει, με την ίδια ευκολία που έκανε και απλά καθημερινά πράγματα. Έτρωγε ένα μπολ σούπα ή στοίβαζε κεφάλια στο ψυγείο; Του ήταν ένα και το αυτό.
Είχαν χρόνια περάσει από τότε που ξεκίνησε αυτή την περίτεχνη συλλογή. Χρόνια, κι όμως δεν του αρκούσαν οι ψυχές που φυλάκιζε. Του έλειπε άλλη μία. Μόνο μία.
Την είχε δει στη σχολή Καλών Τεχνών, να συχνάζει στο εργαστήριο φωτογραφίας και να εμφανίζει φιλμ. Τώρα όμως θα γινόταν το θήραμά του. Η ζωγράφος που προσπαθούσε να τον ανακαλύψει θα πέθαινε σύντομα. Κι αυτός θα την έβρισκε. Την είχε ακολουθήσει ήδη αρκετές φορές, την είχε μάθει. Σύντομα θα τη φυλάκιζε για πάντα. Όλα ήταν θέμα μονάχα λίγων ημερών», έλεγε το άρθρο του περιοδικού και διαβάζοντάς το αναρίγησα.
Η Ιωάννα δίπλα μου έτρεμε κι είχε γίνει λευκή σαν πανί. Φοβόταν. Κι ο φόβος δεν είναι ποτέ καλός σύμβουλος, ποτέ χρήσιμος σύμβουλος. Πίστευε πως το περιοδικό αναφερόταν σ’ αυτήν, όμως αναρωτιόμουν γι’ αυτό. Ήταν τόσο ασαφές που θα μπορούσε να μιλά για οποιαδήποτε από τις δυο μας.
«Πάμε», της είπα αποφασιστικά.
«Πού, φίλη μου; Θα μας πιάσει όπου και να πάμε.»
«Δεν το νομίζω. Το άρθρο αναφέρει μία. Άμα είμαστε μαζί, δεν νομίζω να κινδυνεύουμε. Πάμε σπίτι μου για λίγες μέρες», της είπα και την έπιασα από το χέρι.
Φαινόταν σε κατάσταση σοκ. Ακίνητη, αμίλητη.
«Έλα, ρε ’συ. Θα πάμε σπίτι, θα πιούμε ζεστή σοκολάτα και θα ανασυνταχθούμε. Θα τον νικήσουμε τον τύπο», είπα και της χαμογέλασα. Ίσως, αν είχα περισσότερη αυτοπεποίθηση, να το περνούσα και σ’ αυτήν. Ίσως.
Όπως και να ’χει, με ακολούθησε. Η προσφορά σοκολάτας δελεάζει τελικά. Ευτυχώς.
Φτάσαμε σπίτι πολύ γρήγορα. Ίσως ήταν η σιωπή που έκανε τον χρόνο να κυλά πιο γοργά. Λες και μεθυσμένα βαδίζαμε μες στη νύχτα, πιο νηφάλιες από ποτέ.
Μόλις μπήκαμε μέσα και κλειδώσαμε την πόρτα, όλα φάνταζαν καλύτερα. Πιο ασφαλή. Κι αμέσως το κλίμα άλλαξε. Έφτιαξα σοκολάτες, αυτές με τα μικρά marshmallows και το σιρόπι καραμέλας, και ήπιαμε η καθεμιά τη δική της. Αφήσαμε τη θέρμη τους να μας αγκαλιάσει και να μας καταπραΰνει.
Πράγματι. Μετά από λίγο η φίλη μου βρήκε το χρώμα της, βρήκε τη χαρά της.
«Να φωτογραφίσουμε το περιοδικό, για να δούμε μήπως έχει κρυφά μηνύματα πάλι», είπε και πετάχτηκε όρθια ξαφνικά.
«Ναι, ναι», είπα εγώ. «Εγώ θα φτιάξω τηγανίτες για βραδινό. Έχουμε ανάγκη από ενέργεια», δήλωσα. Αν και μάλλον εννοούσα πως είχα ανάγκη να κάνω κάτι με τα χέρια μου για να μην με καταβάλει το άγχος.
Περάσαμε τη νύχτα βλέποντας κατασκοπικές ταινίες και τρώγοντας τηγανίτες και τσιπς. Κάνοντας αστεία και βγάζοντας φωτογραφίες. Κι έτσι, το πρωί νιώθαμε πολύ καλύτερα, πολύ πιο ήρεμα τουλάχιστον.
Πήγαμε μαζί στη σχολή, για να εμφανίσει τις φωτογραφίες η Ιωάννα, κι αποφασίσαμε να περάσουμε την επόμενη εβδομάδα μαζί. Πότε σπίτι μου και πότε στο δικό της. Θα τρώγαμε μπισκότα και θα προσπαθούσαμε να ανακαλύψουμε τον δολοφόνο. Ήταν καλύτερο απ’ το να περιμένουμε να έρθει να μας βρει και να μας αποτελειώσει. Γι’ αυτό θα αναλαμβάναμε δράση.
Μόλις εμφανίστηκαν οι πρώτες φωτογραφίες, πράγματι βρήκαμε νέα στοιχεία. Κοντά στο όνομα του δολοφόνου υπήρχε η λέξη «Γαλήνης» κι αρχίσαμε να σκεφτόμαστε τι μπορεί να σημαίνει. Λογικά ήταν κάποιος δρόμος, λόγω του τρόπου που ήταν γραμμένη η λέξη. Μα, μόλις εμφανίστηκε κι η τελευταία φωτογραφία, ήμασταν σίγουρες πως ήταν το όνομα της οδού που έμενε.
Για κάποιο λόγο, στην τελευταία σελίδα του περιοδικού, κρυμμένος ήταν ένας μικρός χάρτης. Έδειχνε την οδό Γαλήνης και τους γύρω δρόμους, όλα σχεδιασμένα με το χέρι. Μόλις το αντίκρισα, κοίταξα την Ιωάννα και της ψιθύρισα: «Νομίζω πως αυτοί που φτιάχνουν το περιοδικό θέλουν να τον βρούμε. Μας δίνουν κρυφά στοιχεία.»
Κι η φίλη μου, για πρώτη φορά μετά από μέρες, άστραψε από χαρά.
«Αχ, φίλη μου, έχουμε τις συμπαντικές δυνάμεις με το μέρος μας», είπε και μόνο που δεν άρχισε να χτυπάει παλαμάκια.
Έπρεπε να δράσουμε γρήγορα. Σε όλα τα θρίλερ που σέβονται τον εαυτό τους, αν πας να βρεις τον δολοφόνο μόνος, ή έστω με έναν φίλο, συνήθως βρίσκετε κι οι δυο φριχτό θάνατο. Οπότε ήξερα πως έπρεπε να μαζέψουμε κόσμο, πολύ κόσμο. Στο μυαλό μου ήδη σκεφτόμουν πως, αν ανακοίνωνα στο πλήθος ενός πάρτι να πάμε να βρούμε το υπόγειο ενός δολοφόνου, ίσως και να με ακολουθούσαν, αν ήταν φοιτητές Καλών Τεχνών. Αλλά μάλλον όχι. Έπρεπε να βρούμε μια πρόθυμη ομάδα, κάποιους που να ρισκάρουν τη ζωή τους χωρίς κανένα όφελος. Κι αυτό ήθελε σκέψη. Γιατί μόνο καλλιτέχνες μπορούσα να σκεφτώ τόσο απερίσκεπτους.
Η Ιωάννα όμως βρήκε τη λύση πολύ πριν από μένα. Πήγε γρήγορα στο εργαστήριο φωτογραφίας κι έπιασε καμιά εικοσαριά φοιτητές.
«Ελάτε, παιδιά. Βρήκαμε ένα κτίριο με πολύ ενδιαφέρον, ελάτε να το βγάλουμε φωτογραφίες», είπε και οι φοιτητές ετοίμασαν τις DSLR τους. Κανείς τους δεν θα έχανε την ευκαιρία για νέους φωτογραφικούς χώρους. Ήταν το αδύναμο σημείο τους κι ευτυχώς που καταφέραμε να τους μαζέψουμε γρήγορα.
Το σπίτι δεν ήταν και πολύ μακριά από τη σχολή, μια στάση του ηλεκτρικού μονάχα, οπότε προτιμήσαμε να περπατήσουμε. Εξωτερικά έμοιαζε σαν παλιό αρχοντικό. Ο κήπος βέβαια ήταν χορταριασμένος και παρατημένος, αλλά απέπνεε μια αίγλη περασμένων ετών. Οι τοίχοι είχαν σκάσει, αλλά όχι πολύ, τόσο ώστε να του δίνουν μια αίσθηση περασμένου μεγαλείου κι όχι εγκατάλειψης. Θα με μάγευε αν δεν ήξερα τι άτομο κατοικούσε μέσα του. Τι τέρας.
«Εσύ περίμενε με τα παιδιά έξω», είπα στην Ιωάννα και πήρα λίγους γενναίους για να βγάλουμε φωτογραφίες και τα δωμάτια. Ή έτσι τους είπα τουλάχιστον.
Η Ιωάννα αντιστάθηκε, όμως ήξερε πως θα κινδύνευε λιγότερο έξω στο φως του ήλιου, απ’ ό,τι μέσα, στο άντρο του δολοφόνου, οπότε μετά από λίγο το αποδέχτηκε. Της είπα να έχει έτοιμο το τηλέφωνό της για να πάρει την αστυνομία κι εκείνη έγνεψε.
«Να προσέχεις», ψιθύρισε. «Μπήξε μια φωνή και θα μπουκάρουμε είκοσι άτομα», και μου χαμογέλασε θλιμμένα.
Κι εγώ πήρα τους άλλους πέντε και τους έκανα νόημα. Βρήκαμε μια χαλαρωμένη πόρτα και μπήκαμε στο υπόγειο. Μόλις πέρασα την πόρτα, μ’ έπιασε ανατριχίλα. Βρισκόμασταν σε ένα δωμάτιο γεμάτο παλιά ψυγεία, με έντονη τη μυρωδιά του κρέατος. Του ανθρώπινου κρέατος.
Άρχισα να βγάζω φωτογραφίες με μανία και είπα σε έναν δήθεν αθώα: «Άνοιξε το ψυγείο. Ίσως έχει ενδιαφέρον συνθετικά, ή μας δώσει κι άλλο φως.»
Πριν το καταλάβω, τα ουρλιαχτά ξεκίνησαν. Κι εγώ συνέχισα να φωτογραφίζω το εσωτερικό του ψυγείου, γεμάτου με μαύρες σακούλες που έσταζαν καφετιά ζουμιά και μισοπαγωμένα χέρια, παγωμένα σε στάση ικεσίας.
Πεταχτήκαμε έξω κι αρχίσαμε να φωνάζουμε, ενώ ταυτόχρονα έπαιρναν τηλέφωνο την αστυνομία και βγάζαμε λήψεις. Το σπίτι, την αυλή, τους εαυτούς μας.
Μετά την υστερία αυτού που είχε ανοίξει το ψυγείο, η αστυνομία έφτασε μέσα σε δέκα λεπτά. Εγώ κι η Ιωάννα κοιταχτήκαμε και χαμογελάσαμε, όμως λίγες στιγμές αργότερα το χαμόγελό μας πάγωσε.
Αν με τέτοια ευκολία μπήκαμε εδώ, ήταν γιατί ο δολοφόνος έλειπε. Γιατί μας είχε αφήσει να μπούμε. Μας είχε παρασύρει ίσως. Κι αν είχε συμβεί αυτό, τότε πού βρισκόταν αυτός; Τι έκανε αυτή τη στιγμή ο ιδιοκτήτης του σπιτιού;
Η Ιωάννα έφερε το χέρι της στο στόμα κι άρχισε να πληκτρολογεί με μανία το νούμερο του σπιτιού της, ενώ παράλληλα, με την ίδια μανία, έκανα κι εγώ το ίδιο. Πού βρισκόταν τώρα ο δολοφόνος; Πόσο τον είχαμε τελικά θυμώσει, ώστε να βγει απ’ το υπόγειό του; Ώστε να μας αφήσει να μπούμε; Έτσι έπεσε η Ιωάννα στην παγίδα του;
Πριν από την καταιγίδα
Ξεφύσηξα και έκλεισα τα μάτια, απολαμβάνοντας μια μοναδική στιγμή ηρεμίας. Όλα ήταν καλά. Όλοι ήταν καλά. Η παράνοια που με είχε καταβάλει σιγά σιγά υποχωρούσε και έδινε τη θέση της σε μια ηρεμία τόσο ξένη, που έπρεπε να καταλάβω πως ήταν η ησυχία πριν από την καταιγίδα. Γύρω μου ηχούσαν σειρήνες, γείτονες είχαν μαζευτεί και παρατηρούσαν το σκηνικό και φοιτητές άφηναν τα στοιχεία τους σε πελαγωμένους αστυνομικούς. Μουρμουρητά και ψίθυροι. Κανείς απ’ τους γείτονες δεν είχε φανταστεί. Κανείς δεν περίμενε. Ήταν ένας ήσυχος άνθρωπος, ένας καλοσυνάτος μουσικός. Έτσι έλεγε μια μεσόκοπη γυναίκα λίγα μέτρα μακριά μου. Τα μάτια της γουρλωμένα, αδηφάγα, κατέγραφαν κάθε κίνηση από το σκηνικό του εγκλήματος. Ήξερα ήδη πως σε λίγα λεπτά θα πήγαινε στο σκοτεινό της σπίτι και θα καλούσε όλες τις φίλες της, θα περιέγραφε με κάθε λεπτομέρεια πώς ο γείτονάς της, ο τόσο ήσυχος, όπως είχε πει, είχε αποκαλυφθεί πως ήταν ένας δολοφόνος. Κάποιος που στο σπίτι του βρέθηκαν πάνω από είκοσι πτώματα, τεμαχισμένα και στοιβαγμένα σε μεγάλα ψυγεία. Κι αυτός είχε χαθεί πριν τον βρει κανείς κι ήταν κάπου κι έκανε ποιος ξέρει τι. Περίμενε, αξιολογούσε ίσως την κατάσταση, ή έψαχνε τρόπο να εκδικηθεί τις δύο φοιτήτριες που αποκάλυψαν τη διπλή ζωή του.
Η Ιωάννα είχε τηλεφωνήσει στο σπίτι της. Είχε πει στον αδερφό της να κοιμηθεί στην κοπέλα του για μερικές μέρες. Κι εγώ πρόλαβα την οικογένεια, που δεν ήταν ποτέ εκεί, για να προειδοποιήσω, για να τους πω να πάνε στη γιαγιά για λίγες μέρες. Μας είχαν πάρει τηλέφωνο όταν έφτασαν ασφαλείς στα μέρη που τους υποδείξαμε. Κι εκείνη τη στιγμή ήταν που η ένταση άφησε τον νου μου και μ’ ένα ξεφύσηγμα αισθάνθηκα πως όλα πήγαιναν καλά. Πλαστή ηρεμία, ψεύτικη. Γιατί το χέρι μου έτρεμε. Ήξερα πως ο τίτλος του άρθρου έλεγε «Όταν η Ιωάννα έπεσε στην παγίδα του δολοφόνου» και δεν χωρούσαν πλέον αμφιβολίες πως ό,τι έγραφε το περιοδικό γινόταν πραγματικότητα. Αργά ή γρήγορα. Εγώ είχα μπλέξει τη φίλη μου, εγώ έπρεπε και να την ξεμπλέξω.
Το μυαλό μου σκεφτόταν με τρελούς ρυθμούς, πηδούσε από σκέψη σε σκέψη με αστραπιαία ταχύτητα. Έπρεπε να ξανακατέβουμε στα κεντρικά του περιοδικού, εκεί στο υπόγειο δίπλα στη βιβλιοθήκη. Να πάρουμε πληροφορίες για τις επόμενες κινήσεις του δολοφόνου. Να κρυφτούμε μέχρι να ξέρουμε σίγουρα τι είχαμε να αντιμετωπίσουμε. Να κρυφτούμε πού όμως; Ποιο μέρος ήταν απόλυτα ασφαλές; Το χέρι μου έτρεμε όλο και πιο πολύ, καθώς οι αστυνομικοί δεν μας άφηναν, καθώς σιγά σιγά βράδιαζε. Τελικά, είκοσι φοιτητές αργούν πολύ να δώσουν τα στοιχεία τους και μια σχετική κατάθεση όταν οι γείτονες και τα κανάλια προσπαθούν να εκμαιεύσουν πληροφορίες. Αργούν υπερβολικά πολύ.
Όταν τελειώσαμε, το φεγγάρι είχε βγει κι η σχολή είχε κλείσει, άρα σίγουρα έπρεπε να περιμένουμε μέχρι το πρωί για να βρούμε κι άλλες πληροφορίες.
«Πάμε σε ένα ξενοδοχείο», πρότεινα στην Ιωάννα. Γελοίο, το ξέρω. Κυρίως γιατί, παρά τις όποιες περιπέτειες ζούσαμε, δεν είχα και πολλά χρήματα μαζί μου, ή στο σπίτι, ή γενικά. Η κατάσταση «φτωχή φοιτήτρια της Καλών Τεχνών» ήταν δεδομένη. Μαζί είχαμε λιγότερα από σαράντα ευρώ. Ούτε για δωμάτιο με την ώρα δεν έφταναν.
«Μπορούμε να πάμε στο σπίτι κάποιου φίλου», είπα. Δεν ξέρω αν το είχα σκεφτεί καλά· στο μυαλό μου όμως, όσο περισσότεροι τόσο το καλύτερο.
«Σπίτι του Μάνου;» πρότεινε η Ιωάννα και σκέφτηκα πως είχα να μιλήσω στον Μάνο από τότε που δίναμε εξετάσεις για να μπούμε στη σχολή. Με την Ιωάννα όμως ήταν στο ίδιο εργαστήριο ζωγραφικής, οπότε σίγουρα θα είχαν διατηρήσει καλύτερη επαφή.
Έγνεψα θετικά και την άφησα να πάρει μερικά τηλέφωνα. Ο Μάνος, όπως και η Ιωάννα, είχε περάσει με την πρώτη στη σχολή, με υψηλή κατάταξη και υποτροφία. Το μόνο που θυμόμουν για εκείνον ήταν πως του άρεσαν πολύ τα λαδοπαστέλ και να γράφει μουσική σε διάφορα προγράμματα στον υπολογιστή. Έπαιζε κιθάρα, αλλά πάλι δεν ήμουν και σίγουρη. Είχα να τον δω από τη Θεσσαλονίκη, όταν δίναμε εξετάσεις και μου περιέγραφε ένα συγκρότημα ηλεκτρονικής μουσικής που έκανε συναυλίες στο απόλυτο σκοτάδι, για το πώς θα πήγαινε στην Πράγα να τους δει. Κι εγώ του έλεγα πόσο λάτρευα την Πράγα, πόσο πολύ ήθελα να πάω. Την Πράγα που ακόμα δεν είχα επισκεφτεί τελικά. Ωραίες στιγμές τότε, αν εξαιρέσεις το άγχος για το αν θα περάσουμε και τα λίγα λεφτά. Άγχος και αφραγκίες υπάρχουν πάντα τελικά.
Η Ιωάννα ήρθε χαμογελώντας και με πήρε απ’ το χέρι. Ο Μάνος έμενε κέντρο, οπότε πήραμε τον ηλεκτρικό και σε λίγα λεπτά φτάσαμε κοντά στο σπίτι του. Περάσαμε από έναν φούρνο και πήραμε κρουασάν βουτύρου και τυροπιτάκια, γιατί δεν είχαμε πολλά λεφτά, αλλά εκτιμούσαμε τη φιλοξενία, κι αυτό σήμαινε προσφορά φαγητού στον οικοδεσπότη. Φαγητό και καλή παρέα.
Ο Μάνος μας άνοιξε την πόρτα και μπήκαμε σε ένα σπίτι λιτό και λευκό, τόσο μίνιμαλ και κάθετο που αναρωτιόσουν αν ο ιδιοκτήτης του ήταν ψυχαναγκαστικός ή ημίτρελος. Ίσως να ήταν και τα δύο, αλλά ήταν φοιτητής στη σχολή Καλών Τεχνών, κι αυτό σήμαινε παράνοια σε έναν βαθμό, έτσι κι αλλιώς.
Καθήσαμε και του είπαμε πώς τυχαία ανακαλύψαμε το σπίτι του δολοφόνου, για τις περιπέτειές μας. Αν και αφήσαμε λίγο στην άκρη τα του μαγικού περιοδικού. Δεν θα μας πίστευε άλλωστε. Ο Μάνος έβαζε διάφορα περίεργα τραγούδια, από ακόμα πιο περίεργα συγκροτήματα, και μας πρόσφερε χορτοφαγικά σνακ που θύμιζαν σε κάποιον βαθμό φελιζόλ. Η ώρα πέρασε ευχάριστα και σύντομα μας πήρε ο ύπνος στους άβολους λευκούς καναπέδες του.
Ένιωθα σαν να κοιμάμαι στο λόμπι ενός οδοντιατρείου, αλλά και πάλι ευχαριστημένη έπρεπε να είμαι, μετά απ’ όσα είχαμε περάσει. Ο ύπνος μου ήταν γεμάτος σκιές και όνειρα όπου έτρεχα μακριά να ξεφύγω από έναν αόρατο άνθρωπο. Ξυπνούσα κάθε τρεις και λίγο και κοιτούσα αν η φίλη μου ήταν καλά. Όλα καλά. Ακόμα.
Το πρωί ξύπνησα νωρίς και άφησα ένα σημείωμα στην Ιωάννα πως πάω στη σχολή. Ο Μάνος ακόμα κοιμόταν, κλεισμένος στο δωμάτιό του, στο οποίο ήμουν σίγουρη πως θα υπήρχε μόνο ένα κρεβάτι. Έτσι, από άποψη. Έπρεπε να πάω στη σχολή και να δω αν είχε βγει καινούργιο φύλλο του περιοδικού. Δεν είχα άλλο τρόπο να δω τι έπρεπε να κάνω.
Στη σύντομη διαδρομή κοιτούσα τις ειδήσεις στο κινητό μου. Τα νέα για τον δολοφόνο είχαν μαθευτεί ήδη παντού. Οι γείτονες είχαν πει πως ήταν ένας νέος, ήσυχος και όμορφος άνδρας, που ποτέ δεν ενόχλησε κανέναν. Φυσικά, έγραφε το άρθρο, τα στοιχεία του ενοικιαστηρίου ήταν πλαστά, όμως κανείς δεν μπήκε στον κόπο να ελέγξει για κάποιον που πάντοτε πλήρωνε στην ώρα του και δεν ενοχλούσε κανέναν. Το αποκορύφωμα ήταν πως είχε φωτογραφίες και από τους είκοσι φοιτητές, κυριολεκτικά τις χειρότερες που είχαμε στο Facebook, και έλεγαν πως είχαμε σώσει την κατάσταση. Ξεδιάντροπο. Αναρωτιόμουν αν μπορούσα να τους κάνω μήνυση που χωρίς την άδειά μου με ανέφεραν ονομαστικά. Αν και ίσως η μήνυση έπρεπε να γίνει για τη φωτογραφία μου με τα φουσκωτά μαλλιά και τον φιόγκο, από μια εφηβεία καιρό ξεχασμένη.
Μόλις έφτασα στην καταπακτή που οδηγούσε στο περιοδικό, βρήκα έναν φάκελο. Πάνω του έγραφε «ελπίζω να βοηθήσει» και ήμουν σίγουρη πως ήταν για μένα. Τον άνοιξα και είδα ένα απόκομμα άρθρου. Ο τίτλος έγραφε: «Μοναχικός μουσικός» και από κάτω έλεγε για έναν νέο που ακολούθησε το παράδειγμα ενός μακρινού του θείου. Πως από μικρός είχε μάθει να κυνηγά με τον θείο, να παρατηρεί και να γδέρνει. Πως όταν ήταν δώδεκα χρονών, ο θείος του τον οδήγησε σε ένα σπιτάκι στη μέση του πουθενά και του έδειξε τα πολύτιμα έπαθλά του. Αυτά που άξιζε να κυνηγήσεις πολύ περισσότερο από τα ελάφια. Του έμαθε πώς να σκοτώνει, χωρίς τύψεις. Πώς αυτό που κάνει να περνά απαρατήρητο.
Νοίκιασε ένα σπίτι και μαζί το γέμισαν με ψυγεία, όπου τα «καλά κομμάτια» του κρέατος θα μπορούσαν να συντηρηθούν, ή, γιατί όχι, κάποτε να μαγειρευτούν. Εκεί μπήκαν λάφυρα παλιά και νέα. Κάποια στιγμή μπήκε κι ο ίδιος ο θείος, που με χαρά ένιωσε το παγωμένο μαχαίρι στον λαιμό του από τον έτοιμο πια ανιψιό.
Παρακάτω έλεγε με λεπτομέρειες πώς τους σκότωνε όλους. Πώς μετά έπαιζε μουσική και ηρεμούσε, καθώς οι κραυγές τους έσβηναν και το αίμα τους στάλαζε σταγόνα σταγόνα. Κι ήταν φριχτό, ό,τι πιο φριχτό είχα διαβάσει. Μόνο που δεν τελείωνε εκεί.
Στο τέλος έγραφε κάτι που μ’ έκανε ν’ αρχίσω να τρέχω προς τα πίσω, όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Μέχρι να μου κοπεί η ανάσα. Μπήκα στον ηλεκτρικό και το κεφάλι μου είχε μουδιάσει.
Στο τέλος έγραφε: «Κανείς τους δεν ήξερε τι είχε κάνει. Κι ήταν αλήθεια πολύ δύσκολο κανείς να υποψιαστεί έναν φοιτητή της σχολής Καλών Τεχνών για κάτι τόσο ειδεχθές. Κι όμως ήταν η αλήθεια πως εξαιτίας του είχαν χαθεί τόσες ζωές και μπορούσαν να χαθούν ακόμα περισσότερες. Ίσως το σπίτι όπου φυλούσε τα τρόπαιά του να είχε χαθεί, αλλά ακόμα γινόταν να τον εμπιστευτούν οι άνθρωποι. Ειδικά αυτοί που κοιμόντουσαν στον άβολο καναπέ του.»
Έτρεξα γρήγορα προς το σπίτι. Έπαιρνα τηλέφωνο την αστυνομία κι ούρλιαζα. Ο δολοφόνος ήταν ο Μάνος, αυτός που είχα δει στο τρένο εκείνη τη νύχτα ήταν ο Μάνος. Αυτός ήταν που παρατηρούσε την Ιωάννα στη σχολή, αυτός που την έριξε στην παγίδα του. Στην παγίδα που μόνη της έπεσε.
Έπρεπε να προλάβω, πριν να είναι αργά. Έπρεπε να σώσω τη φίλη μου.
Δεν ένιωθα πια ήρεμη. Δεν ένιωθα ήσυχη. Η καταιγίδα είχε ξεκινήσει.
Κόκκινο καδμίου
Ποτέ δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τον άλλο. Γιατί βλέπεις αυτό που θέλει να σου δείξει κι όχι αυτό που πραγματικά είναι. Συνήθως δεν είναι κάτι που γίνεται επίτηδες. Απλώς φταίει που οι άνθρωποι έχουν πολλές πτυχές και που δεν μπορούμε να τους γνωρίσουμε τόσο καλά, τόσο βαθιά, ώστε να τις μάθουμε όλες. Να ανακαλύψουμε αυτόν τον αθέατο εαυτό, που ποτέ δεν περιμέναμε πως θα έχουν. Μόνο που μερικές φορές αυτό που ανακαλύπτουμε είναι φριχτό, διεστραμμένο. Κάτι που δεν μπορεί κανείς να αντέξει.
Ο Μάνος, ο ψηλός και σοβαρός Μάνος που φορούσε πάντοτε μαύρα και που μιλούσε για ηχοχρώματα και ψαγμένα συγκροτήματα, που μαζί τρώγαμε πραλίνα με μπισκότο Oreo και λάχανα με κέτσαπ, ποιος ήταν τελικά; Τον ήξερα ποτέ αληθινά; Πώς γινόταν αυτός να είναι το τέρας που έγραφαν τα άρθρα; Ο δολοφόνος που σκότωνε τόσο φριχτά;
Χτύπησα το κουδούνι του και μου άνοιξε. Κι εγώ ανέβηκα στον τελευταίο όροφο. Πριν από μία ώρα είχα φύγει πιστεύοντας πως άφηνα τη φίλη μου σε ένα ασφαλές σπίτι, τώρα φοβόμουν πως θα έβρισκα το κεφάλι της κομμένο, γεμισμένο με καραμέλες. Φοβόμουν, έτρεμα, έπρεπε να δράσω.
Στον δρόμο είχα τηλεφωνήσει στην αστυνομία. Μόνο που δεν έβαλαν τα γέλια. Δεν νομίζω πως θα μπορούσαν να με βοηθήσουν. Ούτε που ήθελαν. Με ένα προαίσθημα κανείς δεν έρχεται να σε σώσει. Όμως είχα σχέδιο. Κι ήλπιζα να πιάσει. Τους ξαναπήρα καθώς έμπαινα στο σπίτι και έδωσα τη διεύθυνση, είπα πως εκεί κάποιος κρατούσε τη φίλη μου παρά τη θέλησή της και να έρθουν όσο το δυνατόν πιο γρήγορα. Άφησα το τηλέφωνο στην κλήση κι ήλπιζα πως, αν ακούσουν κάτι, θα έρθουν να με βοηθήσουν. Μόνο ελπίδα μπορούσα να έχω. Γιατί τι πιθανότητες είχα εγώ μπροστά σε έναν ψυχοπαθή δολοφόνο; Είχε μάθει να κυνηγάει χρόνια πριν κι εγώ δεν είχα την παραμικρή ιδέα πώς να ξεφύγω.
Μπήκα στο σπίτι χαμογελώντας. Το πιο ψεύτικο χαμόγελό μου. Όμως, όσο κι αν φοβόμουν, δεν ήθελα να το δείξω. Όχι, δεν θα του έδινα τη χαρά. Έτσι είχα αποφασίσει: πως, αν όλο αυτό τελείωνε άσχημα για μένα, δεν θα έφευγα ουρλιάζοντας βοήθεια. Θα πέθαινα ηρωικά. Κάπως.
Η Ιωάννα είχε ξυπνήσει και έτρωγε μερικά από τα χτεσινά κρουασανάκια. Χαμογελούσε και μου έκανε νόημα.
«Νόμιζα πως θα πήγαινες στη σχολή», είπε και χαμογέλασε πλατιά.
Ο Μάνος με παρατηρούσε. Κι ίσως να το έκανε και χτες, όμως τώρα, θαρρείς κι ένα πέπλο είχε φύγει μπροστά από τα μάτια μου, το έβλεπα. Πως με κοιτούσε με περιέργεια, ίσως και με μια ιδέα μίσους.
«Θα πήγαινα», είπα. «Αλλά σκέφτηκα πως είναι καλύτερα να περάσουμε τη μέρα μαζί. Άλλωστε, ο δολοφόνος κυκλοφορεί ελεύθερος. Περισσότερες πιθανότητες έχουμε να μην πάθουμε κάτι όσο είμαστε μαζί.» Και κάπου εκεί αισθάνθηκα τη δόνηση του κινητού. Η αστυνομία μού το είχε κλείσει. Εξαιρετικά.
Η Ιωάννα, μπουκωμένη με κρουασάν, έγνεψε. Είχε ηρεμήσει τόσο εκεί, στο σπίτι του «φίλου» της, που δύσκολα θα της έδινα να καταλάβει πως η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη απ’ ό,τι περίμενε.
Πήγα και κάθισα δίπλα της, έχοντας απέναντί μου τον Μάνο. Δεν ήθελα να τον χάσω από τα μάτια μου. Φοβόμουν πως, αν του γυρνούσα την πλάτη, θα με μαχαίρωνε επιτόπου. Πιθανότατα να μην είχα και άδικο.
«Καλέ, εσύ τρέμεις», είπε η Ιωάννα και μου έδωσε ένα κρουασάν. Έγνεψα αρνητικά και την κοίταξα. Μακάρι να έπαιρνε το μήνυμα και να φεύγαμε από εκεί μέσα γρήγορα. Ζωντανές.
«Θες να μου πεις τι τρέχει, φίλη μου;» είπε και με κοίταξε με ανησυχία.
«Αυτό που τρέχει», είπε ήρεμα ο Μάνος, «είναι πως κατάλαβε πως εγώ είμαι αυτός που ψάχνετε», και το κρουασάν έπεσε απ’ το στόμα της Ιωάννας. Κοίταξε προς το μέρος του με γουρλωμένα μάτια.
Κι όλα έγιναν αστραπιαία.
«Αυτός είναι ο δολοφόνος», είπα, τη στιγμή που ο Μάνος ορμούσε προς το μέρος μου, σαν ένα θηρίο που παρατηρούσε το θύμα του για περισσότερη ώρα απ’ ό,τι ήταν απαραίτητο. Το τραπέζι έπεσε στο πλάι και τα κριτσίνια έσπασαν. Ο χυμός χύθηκε. Η Ιωάννα ούρλιαξε και τα δάχτυλα του Μάνου βρέθηκαν τυλιγμένα γύρω από τον λαιμό μου. Άρχισε να με σφίγγει με τρόπο μεθοδικό και ανηλεή. Τα μάτια του γυάλιζαν με μια απόκοσμη λάμψη, που ποτέ ξανά δεν είχα αντικρίσει. Κι όλα έμοιαζαν απόμακρα, λίγο πιο θολά, όταν πολλά πράγματα συνέβησαν ταυτόχρονα.
Η Ιωάννα τού πέταξε το τραπέζι στο κεφάλι· αν την είχε δει κάποιος μια φορά στη ζωή του, θα ήξερε πως χρειαζόταν υπεράνθρωπη δύναμη για να το σηκώσει, ακόμα κι αυτό το μικρό τραπεζάκι του καφέ. Η πόρτα άνοιξε διάπλατα και κάποιοι μπήκαν μέσα. Κι εγώ του έριξα μια κλωτσιά, καθώς τινάχτηκε από το χτύπημα του τραπεζιού. Αρκετή για να χαλαρώσει λίγο η λαβή του. Κάποιοι τον άρπαξαν κι εγώ ένιωσα τον κόσμο να μαυρίζει.
Ίσως δεν ανέφερα πως, εκτός από το 100, πρόλαβα να πάρω τηλέφωνο και τον υπαστυνόμο που μας ζήτησε τα στοιχεία μας το προηγούμενο βράδυ. Του είπα να βιαστεί και πως είχα ένα κακό προαίσθημα, πως μετά τη δημοσιοποίηση των στοιχείων μας ήμουν σίγουρη πως το προαίσθημα θα έβγαινε αληθινό. Καθώς η αστυνομία μού το έκλεισε, το τηλέφωνο πέρασε στη δεύτερη κλήση, τη δική του. Κι εκείνος, που ερχόταν προς τη διεύθυνση που του είχα υποδείξει, κατάλαβε. Άκουσε τον Μάνο να λέει πως είναι ο δολοφόνος καθώς έμπαινε από την εξώπορτα της πολυκατοικίας, που είχα αφήσει μισάνοιχτη. Μπήκε από την πόρτα που φρόντισα να μην κλείσω και τόσο καλά. Μου έσωσε τη ζωή. Αλλά ήξερα πως ήταν τόσο πολύ θέμα τύχης και εμπιστοσύνης, που ένα λεπτό να αργούσε, θα ήμουν νεκρή.
Συνήλθα στο νοσοκομείο. Μου είπαν πως, πέρα από τους μώλωπες στον λαιμό, είχα και υπερβολικά μεγάλες ποσότητες καδμίου στον οργανισμό μου. Τόσο εγώ όσο και η Ιωάννα. Χρειάστηκε να μας κάνουν πλύση στομάχου και θα ακολουθούσαμε μια ενδοφλέβια αγωγή για τις επόμενες εβδομάδες, καθώς το χορτοφαγικό σνακ του Μάνου είχε πασπαλιστεί με σκόνη κόκκινου καδμίου, κι εμείς παραλίγο να πάθουμε δηλητηρίαση από βαρέα μέταλλα. Κάτι που θα καταλαβαίναμε σε λίγες εβδομάδες από τότε, όταν, μετά από ναυτίες και εμετούς, θα είχαμε βλάβες στα ζωτικά μας όργανα και στο κεντρικό νευρικό μας σύστημα. Όμορφα, μπορεί να πει κανείς. Ευτυχώς που δεν είχαμε φάει πολύ από το σάντουιτς που μας έδωσε, ευτυχώς που βρεθήκαμε στο νοσοκομείο την κατάλληλη στιγμή.
Καθαρή τύχη κι όχι λογικές αποφάσεις μας έσωσαν τη ζωή τελικά. Τύχη και η βοήθεια του αθέατου ανθρώπου που μας έδινε στοιχεία, μέσω του μαγικού περιοδικού.
Περάσαμε μερικές μέρες στο νοσοκομείο, σε διπλανά κρεβάτια. Μέρες που μαθαίναμε για τον Μάνο από τις ειδήσεις. Ο γοητευτικός δολοφόνος, έλεγαν, κι εκείνος, με αυτάρεσκο ύφος, οδηγούνταν σε ανακριτή, φυλακές και στο πλευρό ενός ακριβοπληρωμένου δολοφόνου, που θα έκανε τα πάντα για να τον αθωώσει. Όχι γιατί τον ένοιαζε, αλλά γιατί ήταν το πρόσωπο της χρονιάς.
Κι ύστερα βγήκαμε από το νοσοκομείο και συνεχίσαμε την αγωγή μας. Κι έπειτα γίναμε καλά, όσο καλά μπορούσαμε να γίνουμε. Αφού ήμασταν τυχερές που το κάδμιο λειτουργούσε αθροιστικά και που το προλάβαμε νωρίς και άλλα που λένε οι γιατροί, και στο μυαλό μου η λέξη τύχη αντηχεί περισσότερο από το πού οδήγησε.
Όταν καταφέραμε να ξαναπάμε στη σχολή, όλοι μιλούσαν για μας. Ήμασταν κάτι σαν άτυπες ντετέκτιβ και διασημότητες. Αν και ποτέ δεν θα φτάναμε στη δόξα εκείνου του αγοριού που ερχόταν ντυμένο κουτί, ή εκείνης της κοπέλας με τις λαχανί τρίχες στα πόδια της. Αλλά και πάλι, για τον μικρόκοσμο της σχολής, ήμασταν κάποιες.
Αποφεύγαμε τη βιβλιοθήκη, φοβόμασταν πως, αν ξαναβρίσκαμε ένα τεύχος του περιοδικού, θα έγραφε τη νεκρολογία μας. Όμως μια μέρα, μια ζεστή ανοιξιάτικη μέρα, όπως όλες οι άλλες, η Ιωάννα ήρθε και με πλησίασε στο καβαλέτο μου. Έβαλε κάτω απ’ τη μύτη μου ένα απόκομμα από μια αγγελία.
«Το βρήκα στο ντουλαπάκι μου», είπε και χαμογέλασε.
Το περιοδικό της σχολής αναζητούσε εικονογράφους για γελοιογραφίες και φωτογράφους για τα ρεπορτάζ. Το μαγικό περιοδικό. Κι ίσως κάτι στην περιγραφή της αγγελίας, για ένα αναρχικό μπισκότο με κόκκινα μάγουλα και μια μελαγχολική μαυρομάλλα που αποκάλυψε την ταυτότητα ενός δολοφόνου, να μας έκανε να καταλάβουμε πως είχαμε μια σοβαρή επαγγελματική πρόταση.
Μια πρόταση που δεν υπήρχε περίπτωση να αρνηθούμε. Έτσι, το ίδιο απόγευμα, χαμογελώντας, με τις κάμερές μας κι έναν φάκελο με σχέδια, πήγαμε μαζί να αντιμετωπίσουμε την επόμενή μας περιπέτεια.
*Τόσο τα πνευματικά δικαιώματα των παραπάνω διηγημάτων όσο και της εικόνας του εξωφύλλου ανήκουν αποκλειστικά και μόνο στη συγγραφέα κι όχι στο blog.
**Τα άνωθεν διηγήματα δημοσιεύονται κατόπιν συνεννόησης και συναίνεσης της συγγραφέως.
***Παράλληλα τα διηγήματα υπάρχουν και σε ηχητική αφήγηση στο youtube εδώ: https://youtu.be/3SvVsqRtYAo?si=Oe3i-D2qyHav0LyB
Reviewed by Dominica
on
Οκτωβρίου 20, 2026
Rating:
.jpg)







