Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο ''Η Μεγάλη Αδερφή'' (εκδ. Ελκυστής)
Τίτλος: Η Μεγάλη Αδερφή
Συγγραφέας: Έντμοντ-Ανδρέας Σαλβάρης
Εκδόσεις: Ελκυστής
Σαν παράταιρο ρεφρέν στη μελωδία του τραγουδιού που τραγουδούσε ο νταϊρετζής, εισέβαλε ξαφνικά ο στεναγμός του ουρανού από την τριβή και τη συμπίεση των σύννεφων στο στήθος του.
Οι ακτίνες του ήλιου έχασαν τη λάμψη τους μέσα στα σύννεφα, φτάνοντας στη γη ξεθωριασμένες.
Μαζί με τις πρώτες σταγόνες της βροχής, εμφανίστηκε η πρώτη αστραπή, ακολουθούμενη από τον πρώτο κεραυνό.
Για τη Μεγάλη Αδερφή, αυτό ήταν το πρώτο σημάδι του πόνου του Θεού για τη μοίρα της και της οργής του για εκείνους που την προκάλεσαν.
Ύστερα ξέσπασε μια δυνατή χαλαζόπτωση, σαν να είχε εξατμιστεί όλο το νερό της θάλασσας και να έσκιζε τον ουρανό για να επιστρέψει στον τόπο του.
Τα μεζεδάκια που είχαν απομείνει επέπλεαν στο νερό των πιάτων.
Οι καλεσμένοι από το χωριό, σαν να είχαν συνεννοηθεί, επιτάχυναν τα βήματά τους προς την ανοιχτή αυλόπορτα, γελώντας και πειράζοντας ο ένας τον άλλον για τη βροχή.
Ο Πρίγκιπας δεν υπάκουσε τη μητέρα του που του έλεγε να φύγουν, τραβώντας την από το μπράτσο προς το υπόστεγο της καλύβας.
Οι μουσικοί, ατάραχοι από τη βροχή στη βεράντα της αυλής, συνέχιζαν να παίζουν τα όργανά τους για τους λίγους καλεσμένους που είχαν συγκεντρωθεί στη βεράντα του σπιτιού.
Ο Καντρί δεν μπορούσε να σταθεί στη θέση του, ανήσυχος για την καθυστέρηση των συμπεθέρων. Ποιος ξέρει πού μπορεί να έχουν κολλήσει με τέτοιον κακό καιρό, έλεγε στον εαυτό του για να ηρεμήσει.
Έβγαλε το κινητό από την τσέπη και κράτησε το κεφάλι του με το χέρι όταν είδε γραμμένο «Συμπεθέρος» στις δύο κλήσεις που είχε κάνει μισή ώρα πριν.
Μισή ώρα δεν είναι λίγη, είπε στον εαυτό του, αλλά και πολλή δεν είναι. Πάτησε αμέσως το κουμπί και περίμενε με ανυπομονησία να ακούσει τη φωνή του συμπεθέρου.
«Πού είσαι, συμπεθέρε; Σε πήρα δύο φορές και δεν απάντησες. Έγινε κάτι;»
«Τίποτα για ανησυχία. Είχα το κινητό στην τσέπη και δεν το άκουσα από τους θορύβους εδώ. Ρίχνει χαλαζόπτωση. Εσείς πού είστε;»
«Για αυτό σε πήρα. Έχουμε μείνει στην είσοδο του χωριού.
Δεν περνούν τα αυτοκίνητα, ο δρόμος έχει κλείσει από πέτρες και τα νερά του ρέματος. Η βροχή δεν έχει σκοπό να σταματήσει. Βραδιάζει και δεν μπορούμε να ρισκάρουμε. Λέμε να γυρίσουμε στην πόλη».
«Τι είναι αυτό, ρε άνθρωπε, δεν είναι καλό να χαλάσει ο γάμος».
«Τι λες, συμπέθερε, ο γάμος δεν χαλάει, ο καιρός έχει χαλάσει. Τη νύφη θα την πάρουμε μόλις ανοίξει ο καιρός».
Το χέρι του Καντρί έτρεμε, μην μπορώντας να απαντήσει στον συμπέθερο.
«Μ’ ακούς; Γιατί εγώ δεν σε ακούω;»
«Σε ακούω. Μείνε εκεί. Σε ένα τέταρτο θα φέρω εγώ την κόρη μου. Συμφωνείς;»
«Εντάξει».
Φόρεσε πάνω του την κάπα με την κουκούλα και έτρεξε γρήγορα προς το σπίτι του Ντούε, του μοναδικού παλιού φίλου, με την άμαξα του οποίου φόρτωναν τα εποχικά προϊόντα για να τα πουλήσουν στη λαϊκή αγορά της πόλης.
Πριν φτάσει στην εξωτερική πύλη του σπιτιού, φώναξε με όλη του τη δύναμη πολλές φορές: «Ντούε, Ντούε…»
Μόλις έφτασε στο κατώφλι, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο Ντούε τρομαγμένος.
«Τι συνέβη, άνθρωπέ μου;»
«Δεν υπάρχει χρόνος για εξηγήσεις. Χρειάζομαι την άμαξα μέχρι την έξοδο του χωριού. Πρέπει να πάω την κόρη στους συμπέθερους. Γρήγορα, σε παρακαλώ!»
«Εντάξει, εντάξει. Ηρέμησε. Περίμενε δύο λεπτά να δέσω το άλογο στην άμαξα».
*
"Η γιαγιά με πλησίασε και μου είπε να καθίσω και, χωρίς να περιμένει την ερώτησή μου για το τι συνέβαινε, συνέχισε: “Κάνε υπομονή. Σε λίγο ο πατέρας σου θα σε πάει στους συμπέθερους”.
»Δεν πρόλαβα να τη ρωτήσω περισσότερα. Άρχισε να μου διηγείται κάτι άλλο, τόσο που ένιωσα σαν χαρακτήρας του θρύλου που δεν είχα ξανακούσει ποτέ από αυτήν.
»Η διήγηση της γιαγιάς ήταν μια προειδοποίηση για μένα, να μη διαπράξω καμιά παρόμοια πράξη με εκείνη της νύφης του θρύλου, η οποία έφυγε από τους συμπέθερους, έτρεξε προς τον βράχο δίπλα στον ποταμό Όσουμ και φώναξε: “Άνοιξε, βράχε, να σωθώ από τη ντροπή που με έπιασε!”
»Ο βράχος άνοιξε και εκείνη κρύφτηκε μέσα του.
»“Άκου, παιδί μου. Σε ξέρω καλά, αλλά δεν είναι η ώρα για περισσότερα. Η ζωή δεν είναι θρύλος, ψυχή μου”.
»Μου θύμισε τα λόγια μου στον Πρίγκιπα: “Η ζωή δεν είναι παραμύθι”, αλλά και την απάντησή του: “Ακόμα και τα παραμύθια από τη ζωή είναι βγαλμένα”. Αυτά τα είπα στη γιαγιά, αλλά για να την ηρεμήσω συνέχισα: “Δεν είμαι όπως η νύφη του θρύλου, που είχε την ικανότητα να επικοινωνεί με τον Θεό. Αν την είχα, σήμερα δεν θα ήμουν ντυμένη νύφη για έναν άγνωστο, αλλά για τον Πρίγκιπα των ονείρων μου”.
»Έκλεισα τη συζήτηση με την υπόσχεσή μου: “Μην ανησυχείς, γιαγιά. Έχω δεχτεί και θα συνεχίσω να δέχομαι τη μοίρα μου”.
»Εν τω μεταξύ, η διήγηση της γιαγιάς αναζωπύρωσε μέσα μου τη σπίθα της τελευταίας ελπίδας, στις τελευταίες στιγμές της ζωής μου στο σπίτι μου.
»Έτσι είναι ο άνθρωπος, ελπίζει, ακόμα και όταν όλα έχουν καταλήξει αντίθετα από την ελπίδα του.
»Κρυφά από τα βλέμματα των ανθρώπων στο δωμάτιο, άνοιξα το χαρτί που μου είχε δώσει ο Πρίγκιπας. Καμία λέξη, μόνο μερικοί αριθμοί, που έλεγαν περισσότερα από οποιαδήποτε λόγια. Ήταν ο αριθμός του κινητού του. Δηλαδή, το παραμύθι συνεχιζόταν ακόμα γι’ αυτόν. Για μένα, σε λίγο θα ξεκινούσε ένα άλλο παραμύθι της ζωής, αντίθετο από το παραμύθι με τον Πρίγκιπα.
»Ζήτησα συγγνώμη από τους συγγενείς στο σαλόνι για να απομακρυνθώ για λίγα λεπτά και πήγα στο δωμάτιό μου, όπου είχαν κλειστεί τρομαγμένες από τις βροντές οι τρεις αδερφές μου και ο Κρίστο. Τις αγκάλιασα με δάκρυα στα μάτια, παρόλο που ακόμα δεν είχε έρθει η στιγμή να τις αποχωριστώ.
»Ο Κρίστο κρατούσε κοντά στο σώμα του τη μικρή βαλίτσα με τα ρούχα και τα αντικείμενά του.
»Λίγο αργότερα, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε εκείνη, για την οποία δεν μπορώ να βρω άλλη λέξη πιο άσχημη από αυτή που της είχα πει από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο σπίτι, Η Μάγισσα.
»“Έλα, τι περιμένεις; Ήρθε η ώρα να πας στον άντρα σου!”
»Δεν την κοίταξα καν. Αγκάλιασα τις αδερφές μου, πήρα με το ένα χέρι τον αδερφό μου και με το άλλο τη βαλίτσα του, και καθώς συνέχιζα τις ασπασμούς με τα χείλη μου προς τις αδερφές, απομακρύνθηκα από αυτές, νιώθοντας σαν να άφηνα πίσω μου το μισό της καρδιάς και της ψυχής μου».
Οι ακτίνες του ήλιου έχασαν τη λάμψη τους μέσα στα σύννεφα, φτάνοντας στη γη ξεθωριασμένες.
Μαζί με τις πρώτες σταγόνες της βροχής, εμφανίστηκε η πρώτη αστραπή, ακολουθούμενη από τον πρώτο κεραυνό.
Για τη Μεγάλη Αδερφή, αυτό ήταν το πρώτο σημάδι του πόνου του Θεού για τη μοίρα της και της οργής του για εκείνους που την προκάλεσαν.
Ύστερα ξέσπασε μια δυνατή χαλαζόπτωση, σαν να είχε εξατμιστεί όλο το νερό της θάλασσας και να έσκιζε τον ουρανό για να επιστρέψει στον τόπο του.
Τα μεζεδάκια που είχαν απομείνει επέπλεαν στο νερό των πιάτων.
Οι καλεσμένοι από το χωριό, σαν να είχαν συνεννοηθεί, επιτάχυναν τα βήματά τους προς την ανοιχτή αυλόπορτα, γελώντας και πειράζοντας ο ένας τον άλλον για τη βροχή.
Ο Πρίγκιπας δεν υπάκουσε τη μητέρα του που του έλεγε να φύγουν, τραβώντας την από το μπράτσο προς το υπόστεγο της καλύβας.
Οι μουσικοί, ατάραχοι από τη βροχή στη βεράντα της αυλής, συνέχιζαν να παίζουν τα όργανά τους για τους λίγους καλεσμένους που είχαν συγκεντρωθεί στη βεράντα του σπιτιού.
Ο Καντρί δεν μπορούσε να σταθεί στη θέση του, ανήσυχος για την καθυστέρηση των συμπεθέρων. Ποιος ξέρει πού μπορεί να έχουν κολλήσει με τέτοιον κακό καιρό, έλεγε στον εαυτό του για να ηρεμήσει.
Έβγαλε το κινητό από την τσέπη και κράτησε το κεφάλι του με το χέρι όταν είδε γραμμένο «Συμπεθέρος» στις δύο κλήσεις που είχε κάνει μισή ώρα πριν.
Μισή ώρα δεν είναι λίγη, είπε στον εαυτό του, αλλά και πολλή δεν είναι. Πάτησε αμέσως το κουμπί και περίμενε με ανυπομονησία να ακούσει τη φωνή του συμπεθέρου.
«Πού είσαι, συμπεθέρε; Σε πήρα δύο φορές και δεν απάντησες. Έγινε κάτι;»
«Τίποτα για ανησυχία. Είχα το κινητό στην τσέπη και δεν το άκουσα από τους θορύβους εδώ. Ρίχνει χαλαζόπτωση. Εσείς πού είστε;»
«Για αυτό σε πήρα. Έχουμε μείνει στην είσοδο του χωριού.
Δεν περνούν τα αυτοκίνητα, ο δρόμος έχει κλείσει από πέτρες και τα νερά του ρέματος. Η βροχή δεν έχει σκοπό να σταματήσει. Βραδιάζει και δεν μπορούμε να ρισκάρουμε. Λέμε να γυρίσουμε στην πόλη».
«Τι είναι αυτό, ρε άνθρωπε, δεν είναι καλό να χαλάσει ο γάμος».
«Τι λες, συμπέθερε, ο γάμος δεν χαλάει, ο καιρός έχει χαλάσει. Τη νύφη θα την πάρουμε μόλις ανοίξει ο καιρός».
Το χέρι του Καντρί έτρεμε, μην μπορώντας να απαντήσει στον συμπέθερο.
«Μ’ ακούς; Γιατί εγώ δεν σε ακούω;»
«Σε ακούω. Μείνε εκεί. Σε ένα τέταρτο θα φέρω εγώ την κόρη μου. Συμφωνείς;»
«Εντάξει».
Φόρεσε πάνω του την κάπα με την κουκούλα και έτρεξε γρήγορα προς το σπίτι του Ντούε, του μοναδικού παλιού φίλου, με την άμαξα του οποίου φόρτωναν τα εποχικά προϊόντα για να τα πουλήσουν στη λαϊκή αγορά της πόλης.
Πριν φτάσει στην εξωτερική πύλη του σπιτιού, φώναξε με όλη του τη δύναμη πολλές φορές: «Ντούε, Ντούε…»
Μόλις έφτασε στο κατώφλι, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε ο Ντούε τρομαγμένος.
«Τι συνέβη, άνθρωπέ μου;»
«Δεν υπάρχει χρόνος για εξηγήσεις. Χρειάζομαι την άμαξα μέχρι την έξοδο του χωριού. Πρέπει να πάω την κόρη στους συμπέθερους. Γρήγορα, σε παρακαλώ!»
«Εντάξει, εντάξει. Ηρέμησε. Περίμενε δύο λεπτά να δέσω το άλογο στην άμαξα».
*
"Η γιαγιά με πλησίασε και μου είπε να καθίσω και, χωρίς να περιμένει την ερώτησή μου για το τι συνέβαινε, συνέχισε: “Κάνε υπομονή. Σε λίγο ο πατέρας σου θα σε πάει στους συμπέθερους”.
»Δεν πρόλαβα να τη ρωτήσω περισσότερα. Άρχισε να μου διηγείται κάτι άλλο, τόσο που ένιωσα σαν χαρακτήρας του θρύλου που δεν είχα ξανακούσει ποτέ από αυτήν.
»Η διήγηση της γιαγιάς ήταν μια προειδοποίηση για μένα, να μη διαπράξω καμιά παρόμοια πράξη με εκείνη της νύφης του θρύλου, η οποία έφυγε από τους συμπέθερους, έτρεξε προς τον βράχο δίπλα στον ποταμό Όσουμ και φώναξε: “Άνοιξε, βράχε, να σωθώ από τη ντροπή που με έπιασε!”
»Ο βράχος άνοιξε και εκείνη κρύφτηκε μέσα του.
»“Άκου, παιδί μου. Σε ξέρω καλά, αλλά δεν είναι η ώρα για περισσότερα. Η ζωή δεν είναι θρύλος, ψυχή μου”.
»Μου θύμισε τα λόγια μου στον Πρίγκιπα: “Η ζωή δεν είναι παραμύθι”, αλλά και την απάντησή του: “Ακόμα και τα παραμύθια από τη ζωή είναι βγαλμένα”. Αυτά τα είπα στη γιαγιά, αλλά για να την ηρεμήσω συνέχισα: “Δεν είμαι όπως η νύφη του θρύλου, που είχε την ικανότητα να επικοινωνεί με τον Θεό. Αν την είχα, σήμερα δεν θα ήμουν ντυμένη νύφη για έναν άγνωστο, αλλά για τον Πρίγκιπα των ονείρων μου”.
»Έκλεισα τη συζήτηση με την υπόσχεσή μου: “Μην ανησυχείς, γιαγιά. Έχω δεχτεί και θα συνεχίσω να δέχομαι τη μοίρα μου”.
»Εν τω μεταξύ, η διήγηση της γιαγιάς αναζωπύρωσε μέσα μου τη σπίθα της τελευταίας ελπίδας, στις τελευταίες στιγμές της ζωής μου στο σπίτι μου.
»Έτσι είναι ο άνθρωπος, ελπίζει, ακόμα και όταν όλα έχουν καταλήξει αντίθετα από την ελπίδα του.
»Κρυφά από τα βλέμματα των ανθρώπων στο δωμάτιο, άνοιξα το χαρτί που μου είχε δώσει ο Πρίγκιπας. Καμία λέξη, μόνο μερικοί αριθμοί, που έλεγαν περισσότερα από οποιαδήποτε λόγια. Ήταν ο αριθμός του κινητού του. Δηλαδή, το παραμύθι συνεχιζόταν ακόμα γι’ αυτόν. Για μένα, σε λίγο θα ξεκινούσε ένα άλλο παραμύθι της ζωής, αντίθετο από το παραμύθι με τον Πρίγκιπα.
»Ζήτησα συγγνώμη από τους συγγενείς στο σαλόνι για να απομακρυνθώ για λίγα λεπτά και πήγα στο δωμάτιό μου, όπου είχαν κλειστεί τρομαγμένες από τις βροντές οι τρεις αδερφές μου και ο Κρίστο. Τις αγκάλιασα με δάκρυα στα μάτια, παρόλο που ακόμα δεν είχε έρθει η στιγμή να τις αποχωριστώ.
»Ο Κρίστο κρατούσε κοντά στο σώμα του τη μικρή βαλίτσα με τα ρούχα και τα αντικείμενά του.
»Λίγο αργότερα, η πόρτα άνοιξε και εμφανίστηκε εκείνη, για την οποία δεν μπορώ να βρω άλλη λέξη πιο άσχημη από αυτή που της είχα πει από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο σπίτι, Η Μάγισσα.
»“Έλα, τι περιμένεις; Ήρθε η ώρα να πας στον άντρα σου!”
»Δεν την κοίταξα καν. Αγκάλιασα τις αδερφές μου, πήρα με το ένα χέρι τον αδερφό μου και με το άλλο τη βαλίτσα του, και καθώς συνέχιζα τις ασπασμούς με τα χείλη μου προς τις αδερφές, απομακρύνθηκα από αυτές, νιώθοντας σαν να άφηνα πίσω μου το μισό της καρδιάς και της ψυχής μου».
Συνεχίζεται...
Περίληψη οπισθοφύλλου:
Η Μεγάλη Αδερφή, ένα αινιγματικό όνομα, ακαθόριστο, όπου τα ίδια τα αρχικά Μ.Α. μοιάζουν να κρύβουν κάτι μυστηριώδες, γιατί όχι και μυστικιστικό, έναν μυστικισμό που είναι γνωστός στις βόρειες περιοχές απ’ όπου κατάγεται η οικογένεια της ηρωίδας. Αυτό το όνομα αιωρείται στον αέρα και αφήνεται στον αναγνώστη να ανακαλύψει ποια είναι.
Στο μυθιστόρημα “Η Μεγάλη Αδερφή” βρίσκουμε τη δυαδική τέχνη ανάμεσα στον συγγραφέα και την αφηγηματική φωνή. Στη σύγχρονη λογοτεχνική κριτική, αυτή η δυαδικότητα είναι πολύ σημαντική. Για τον Έντμοντ-Ανδρέα Σαλβάρη, αυτή η αλληλεπίδραση ανάμεσα στον ίδιο τον συγγραφέα και στην αφηγήτρια, που είναι η ηρωίδα του μυθιστορήματος, διαθέτει άριστη θεατρικότητα.
Οι σχέσεις των χαρακτήρων είναι συχνά κρυφές, είτε θετικές είτε αρνητικές, που στην ουσία μετατρέπουν το μυθιστόρημα σε ένα μυστικιστικό έργο. Αυτός ο μυστικισμός είναι το διάφανο πέπλο που περιβάλλει σχεδόν ολόκληρη την πλοκή του μυθιστορήματος “Η Μεγάλη Αδερφή”, γραμμένου με αφοσίωση και υψηλό αφηγηματικό επίπεδο.
*Τα πνευματικά δικαιώματα τόσο της εικόνας του εξωφύλλου όσο και του άνωθεν αποσπάσματος ΔΕΝ ανήκουν στο blog, αλλά αποκλειστικά στον συγγραφέα και στον εκδοτικό οίκο.
**Το απόσπασμα δημοσιεύεται κατόπιν συνεννόησης και συναίνεσης του συγγραφέα και του εκδοτικού οίκου.
Διαβάζοντας ένα απόσπασμα από το βιβλίο ''Η Μεγάλη Αδερφή'' (εκδ. Ελκυστής)
Reviewed by Dominica
on
Ιανουαρίου 16, 2026
Rating:
Reviewed by Dominica
on
Ιανουαρίου 16, 2026
Rating:






















Δεν υπάρχουν σχόλια: